Raffaello,_concilio_degli_dei_02

ΑΔΗΣ. Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΤΟΥ ΚΑΤΩ ΚΟΣΜΟΥ

Ο Άδης ήταν γιος του Κρόνου και της Ρέας. Ο βασιλιάς του Κάτω Κόσμου. Κατοικούσε μόνιμα στα έγκατα της γης με τη σύζυγο του Περσεφόνη. Ονομάζονταν και χθόνιος Ζευς. Δεν ήταν μόνο ένας τρομερός και άγριος θεός. Ήταν και θεός της γεωργικής αφθονίας, αφού η γη ήταν ταυτόχρονα πηγή των καρπών του ανθρώπου και φυλακή των νεκρών. Με την ιδιότητα αυτή ονομάζονταν Πλούτωνας, δηλαδή χορηγός του πλούτου.

Η Περσεφόνη σύμφωνα με το μύθο ήταν κόρη του Δία και της Δήμητρας. Την απήγαγε ο Άδης και την έκανε γυναίκα του. Ήταν λοιπόν η βασίλισσα του Κάτω Κόσμου. Συμβόλιζε τη σπορά και τη βλάστηση. Η αρπαγή της από τον Άδη ήταν κεντρικό θέμα στα Ελευσίνια Μυστήρια. Ως σύζυγος του Άδη ήταν τρομερή και σκοτεινή, ενώ όταν έβγαινε στην επιφάνεια γινόταν μια γλυκιά και ευεργετική θεότητα για τον άνθρωπο.

Το βασίλειο του Άδη

Στα μάτια των αρχαίων Ελλήνων, το βασίλειο του Άδη ήταν μια μεγάλη φυλακή. Φύλακας του βασιλείου ήταν ο Κέρβερος. Ο Κέρβερος ήταν ένα δυνατό ζώο με ουρά φιδιού και τρία κεφάλια, γιος του Τυφώνα και της Εχίδνας. Η όψη του ήταν αποκρουστική. Μόνο ο Ορφέας κατόρθωσε να τον αποκοιμίσει με με τη μουσική του (Θεογονία στίχοι 767-774).

Ἔνθα θεοῦ χθονίου πρόσθεν δόμοι ἠχήεντες
[ἰφθίμου τ᾽ Ἀίδεω καὶ ἐπαινῆς Περσεφονείης]
ἑστᾶσιν, δεινὸς δὲ κύων προπάροιθε φυλάσσει
νηλειής, τέχνην δὲ κακὴν ἔχει· ἐς μὲν ἰόντας
σαίνει ὁμῶς οὐρῇ τε καὶ οὔασιν ἀμφοτέροισιν,
ἐξελθεῖν δ᾽ οὐκ αὖτις ἐᾷ πάλιν, ἀλλὰ δοκεύων
ἐσθίει, ὅν κε λάβῃσι πυλέων ἔκτοσθεν ἰόντα.
[ἰφθίμου τ᾽ Ἀίδεω καὶ ἐπαινῆς Περσεφονείης.]

Η Στύγα ήταν ο ποταμός που χώριζε το βασίλειο των ζωντανών από το βασίλειο των νεκρών. Ο Ησίοδος στη Θεογονία του αναφέρει πως ήταν Ωκεανίδα θεότητα, κόρη του Ωκεανού και της Τηθύος. Στην Ιλιάδα ήταν ο ποταμός, στον οποίον ορκίζονταν οι θεοί. Από τα νερά της Στυγός δεν μπορούσε να πιει κανείς. Η Θέτιδα βούτηξε στα νερά αυτά τον Αχιλλέα για να τον κάνει αθάνατο, κρατώντας τον από τη φτέρνα.

Ο μεγάλος ποταμός του Άδη ήταν ο Αχέροντας. Πριν εκβάλει στη θάλασσα, σχημάτιζε μια λίμνη, την Αχερουσία. Σε αυτή τη λίμνη πίστευαν οι αρχαίοι Έλληνες ότι βρίσκονταν η πύλη του Άδη. Οι ψυχές των νεκρών περνούσαν στον Κάτω Κόσμο με τη βοήθεια του Χάροντα. Ο Χάροντας ήταν ο πορθμέας του Άδη. Οι νεκροί πλήρωναν έναν οβολό για να περάσουν στο βασίλειο των νεκρών. Κριτές του Άδη ήταν οι Μίνωας, Ραδάμανθυς και Αιακός.

Ηλύσια Πεδία και Τάρταρα

Τα Ηλύσια Πεδία ήταν ο τόπος της αιώνιας, μετά θάνατον, ευδαιμονίας. Σε αυτά πήγαιναν οι ψυχές των ηρώων και των παιδιών των θεών. Η Θέτιδα έφερε εδώ το νεκρό Αχιλλέα και τον έκανε αθάνατο. Επίσης ο Πηλέας, ο Διομήδης και οι ήρωες του Τρωικού Πολέμου είχαν μια θέση σε αυτόν τον παραδεισένιο κόσμο. Αντίθετα τα Τάρταρα ήταν ο μυθικός τόπος, όπου βασανίζονταν οι ψυχές των νεκρών. Εκεί πήγαιναν οι μεγάλοι ένοχοι που είχαν διαπράξει πράξεις ασέβειας απέναντι στους θεούς και η τιμωρία τους έπρεπε να γίνει παράδειγμα στους υπόλοιπους.

Οι Τιτάνες ρίχτηκαν στα Τάρταρα, επειδή εναντιώθηκαν στο Δία. Ο Τάνταλος διέπραξε ανάλογο έγκλημα με αυτό του Προμηθέα. Έκλεψε το νέκταρ των θεών για να το δώσει στους ανθρώπους. Καταδικάστηκε να βρίσκεται στον Άδη κοντά σε ένα λάκκο με νερό από όπου δεν μπορούσε να πιει και να φάει από τους καρπούς που κρέμονταν από πάνω του. Ο Σίσυφος καταδικάστηκε να σέρνει ένα βράχο μέχρι την κορυφή μιας πλαγιάς. Ο Ιξίωνας τόλμησε να προσβάλλει την Ήρα και καταδικάστηκε να είναι δεμένος σε ένα φλογισμένο τροχό και να γυρνάει αιώνια στα Τάρταρα.

Άδης και Κέρβερος Η απαγωγή της Περσεφόνης

Ορφικός ύμνος προς τον Πλούτωνα

Ὦ τὸν ὑποχѳόνιον ναίων δόμον, ὀμβριμόѳυμε,
Ταρτάριον λειμῶνα βαѳύσκιον ἠδὲ λιπαυγῆ,
Ζεῦ χѳόνιε, σκηπτοῦχε, τάδ' ἱερὰ δέξο προѳύμως,
Πλούτων, ὃς κατέχεις γαίης κληῖδας ἁπάσης,
πλουτοδοτῶν γενεὴν βροτέην καρποῖς ἐνιαυτῶν·
ὃς τριτάτης μοίρης ἔλαχες χѳόνα παμβασίλειαν,
ἕδρανον ἀѳανάτων, ѳνητῶν στήριγμα κραταιόν·
ὃς ѳρόνον ἐστήριξας ὑπὸ ζοφοειδέα χῶρον
τηλέπορον τ', ἀκάμαντα, λιπόπνοον, ἄκριτον Ἅιδην
κυάνεόν τ' Ἀχέρονѳ', ὃς ἔχει ῥιζώματα γαίης·
ὃς κρατέεις ѳνητῶν ѳανάτου χάριν, ὦ πολυδέγμων
Εὔβουλ', ἁγνοπόλου Δημήτερος ὅς ποτε παῖδα
νυμφεύσας λειμῶνος ἀποσπαδίην διὰ πόντου
τετρώροις ἵπποισιν ὑπ' Ἀτѳίδος ἤγαγες ἄντρον
δήμου Ἐλευσῖνος, τόѳι περ πύλαι εἴσ' Ἀίδαο.
μοῦνος ἔφυς ἀφανῶν ἔργων φανερῶν τε βραβευτής,
ἔνѳεε, παντοκράτωρ, ἱερώτατε, ἀγλαότιμε,
σεμνοῖς μυστιπόλοις χαίρων ὁσίοις τε σεβασμοῖς·
ἵλαον ἀγκαλέω σε μολεῖν κεχαρηότα μύσταις

Ω εσύ που κατοικείς εις τον υποχθόνιο κόσμο ισχυρόκαρδε
εις τον κατάσκιο και σκοτεινό λειμώνα του Τάρταρου
ω Δία πού είσαι κάτω από την γη και κρατείς σκήπτρον, δέξου με προθυμίαν αυτάς τάς θυσίας
ώ Πλούτων, που κρατάς τα κλειδιά όλης της γης
και παρέχεις πλούτο στο γένος των ανθρώπων με τους ενιαύσιους καρπούς,
που σου έτυχε ως το τρίτον μέρος η γη, ή βασίλισσα πάντων,
η έδρα των θεών, το ισχύον στήριγμα των ανθρώπων
συ πού στήριξες τον θρόνο σου κάτω σε σκοτεινό χώρο
εις μακρυνή αιώνια χωρίς ζωήν στον ασυγκίνητο Αδην,
και στον μαύρο Αχέροντα, πού κρατείς τις ρίζες της γης
συ πού είσαι κυρίαρχος των ανθρώπων δια του θανάτου,
ώ συ Εύβουλε πού κάποτε παντρεύτηκες την κόρη της αγνής Δήμητρας
και την πήρες από το λιβάδι την απήγαγες δια μέσου της θαλάσσης
επάνω εις τέσσερα άλογα και την έφερες σε κάποιο σπήλαιο της Αττικής
στην Ελευσίνα, όπου είναι οι πύλες του Άδη.
Σύ μόνον επιβραβεύεις τα έργα τα αφανή και τα φανερά,
είσαι ενθουσιώδης, κύριος των πάντων, ιερότατος, τιμάσαι με λαμπρότητα
και χαίρεσαι με τους σεβαστούς μυστοπόλους και με τα ιερά σεβάσματα
σε παρακαλώ να έρθεις στους μυημένους με ευμένεια και χαρούμενος.

Ορφικός ύμνος προς την Περσεφόνη

Φερσεφόνη, ѳύγατερ μεγάλου Διός, ἐλѳέ, μάκαιρα,
μουνογένεια ѳεά, κεχαρισμένα δ' ἱερὰ δέξαι,
Πλούτωνος πολύτιμε δάμαρ, κεδνή, βιοδῶτι,
ἣ κατέχεις Ἀίδαο πύλας ὑπὸ κεύѳεα γαίης,
Πραξιδίκη, ἐρατοπλόκαμε, Δηοῦς ѳάλος ἁγνόν,
Εὐμενίδων γενέτειρα, ὑποχѳονίων βασίλεια,
ἣν Ζεὺς ἀρρήτοισι γοναῖς τεκνώσατο κούρην,
μῆτερ ἐριβρεμέτου πολυμόρφου Εὐβουλῆος,
Ὡρῶν συμπαίκτειρα, φαεσφόρε, ἀγλαόμορφε,
σεμνή, παντοκράτειρα, κόρη καρποῖσι βρύουσα,
εὐφεγγής, κερόεσσα, μόνη ѳνητοῖσι ποѳεινή,
εἰαρινή, λειμωνιάσιν χαίρουσα πνοῆισιν,
ἱερὸν ἐκφαίνουσα δέμας βλαστοῖς χλοοκάρποις,
ἁρπαγιμαῖα λέχη μετοπωρινὰ νυμφευѳεῖσα,
ζωὴ καὶ ѳάνατος μούνη ѳνητοῖς πολυμόχѳοις,
Φερσεφόνη· φέρβεις γὰρ ἀεὶ καὶ πάντα φονεύεις.
κλῦѳι, μάκαιρα ѳεά, καρποὺς δ' ἀνάπεμπ' ἀπὸ γαίης
εἰρήνηι ѳάλλουσα καὶ ἠπιοχείρωι ὑγείαι
καὶ βίωι εὐόλβωι λιπαρὸν γῆρας κατάγοντι
πρὸς σὸν χῶρον, ἄνασσα, καὶ εὐδύνατον Πλούτωνα

Ω Περσεφόνη, θυγατέρα του μεγάλου Διός έλα ω μακαριά,
εσύ η μονογενής θεά, δέξου τη θυσία την ευάρεστη
πολύτιμε σύζυγε του Πλούτωνα, ένδοξη, που δίνεις ζωή
πού κατέχεις τις πύλες του Άδη στα υποχθόνια της γης
Πραξιδίκη με τα επέραστα πλοκάμια, της Δηούς αγνό βλαστάρι
μητέρα των Ευμενίδων, βασίλισσα των καταχθόνιων,
την κόρη που γέννησε ό Ζευς με ανέκφραστον τοκετό
ω μητέρα του πολύβροντου και πολύμορφου Ευβουλέα
πού παίζεις μαζί με τις εποχές και φέρεις το φως εσύ με την ωραία μορφή
σεμνή, παντοδύναμος κόρη πού είσαι γεμάτη από καρπούς,
και φέγγεις λαμπρά, έχεις κέρατα, εσύ μόνον είσαι περιπόθητη στους ανθρώπους
διότι είσαι εαρινή και χαίρεσαι με τις πνοές των λιβαδιών,
και φανερώνεις το ιερό σώμα σου τους βλαστούς, πού παράγουν χλωρούς καρπούς
νυμφεύθης το φθινόπωρο κατόπιν αρπαγής
μόνη εσύ είσαι η ζωή και ο θάνατος εις τους ανθρώπους τους πολυβασανισμένους,
διότι συ Φερσεφόνη φέρεις πάντοτε τη ζωή και τα πάντα φονεύεις.
Ακουσε με μακαρία θεά και φέρε καρπούς στην γη,
δίνε ειρήνη και υγεία και βίο ευτυχή,
πού οδηγεί ω βασίλισσα, τα ήσυχα γηρατειά κάτω
προς τον δικό σου χώρο και προς τον δυνατό Πλούτωνα.

Abduction of Persephone Amphipolis