Ο θεός του κρασιού και της αμπελουργίας. Ο Διόνυσος ήταν μια περίπλοκη και αντιφατική μορφή. Γιος του Δία και της Σεμέλης, αντιπροσώπευε όχι μόνο την ευφορία της κατανάλωσης του κρασιού, αλλά και την απελευθέρωση από τους κοινωνικούς περιορισμούς. Οι οπαδοί του συμμετείχαν σε οργιαστικές τελετές, στις οποίες χόρευαν και έπιναν μέχρι έκστασης. Ο Διόνυσος ήταν επίσης προστάτης του θεάτρου. Τα Διονύσια ήταν σημαντική γιορτή στην αρχαία Ελλάδα. Η λατρεία του συνέδεε τους ανθρώπους με τη φύση και τα πρωτόγονα ένστικτά τους, προσφέροντας τους μια διέξοδο από την καθημερινότητα.
Η γέννηση του Διονύσου
Η Σεμέλη, κόρη του βασιλιά της Θήβας Κάδμου, ήταν η μητέρα του Διονύσου (ἣ δὲ Διώνυσον Σεμέλη τέκε χάρμα βροτοῖσιν), όπως αναφέρει ο Όμηρος στην Ιλιάδα (Ξ 325). Ο Απολλόδωρος στη Βιβλιοθήκη του περιγράφει παραστατικά το μύθο της γέννησης του θεού Διονύσου (Γ 4.3). Η Σεμέλη έμεινε έγκυος από το Δία και με προτροπή της Ήρας επιθύμησε να τον δει. Ο Δίας εμφανίστηκε μπροστά της πάνω στο άρμα του, αλλά οι φλόγες της θεϊκής λάμψης του ήταν τόσο έντονες, που την έκαψαν. Πεθαίνοντας η Σεμέλη, έβγαλε από την κοιλιά της το έξι μηνών βρέφος και τότε ο Δίας, προκειμένου να το σώσει μέχρι να ολοκληρωθεί η κυοφορία, το έραψε μέσα στο μηρό του. Με αυτόν τον τρόπο γεννήθηκε ο Διόνυσος.
Ο Ζεύς παρέδωσε το βρέφος στον Ερμή με την εντολή να το δώσει στην αδελφή της Σεμέλης Ινώ και τον σύζυγο της Αθάμαντα, βασιλιά του Ορχομενού, για να το μεγαλώσουν. Η Ήρα, που μισούσε τον Διόνυσο ως εξώγαμο τέκνο του Δία, τους τρέλανε. Ο Αθάμαντας, χάνοντας τα λογικά του, σκότωσε το γιο του Λέαρχο, ενώ η Ινώ έριξε σε καυτό καζάνι το δεύτερο γιο της Μελικέρτη και έπειτα έπεσε μαζί του στη θάλασσα. Ο Δίας αργότερα τους θεοποίησε με τα ονόματα Λευκοθέα και Παλαίμων.
[Γ 4.3] Σεμέλης δὲ Ζεὺς ἐρασθεὶς Ἥρας κρύφα συνευνάζεται. ἡ δὲ ἐξαπατηθεῖσα ὑπὸ Ἥρας, κατανεύσαντος αὐτῇ Διὸς πᾶν τὸ αἰτηθὲν ποιήσειν, αἰτεῖται τοιοῦτον αὐτὸν ἐλθεῖν οἷος ἦλθε μνηστευόμενος Ἥραν. Ζεὺς δὲ μὴ δυνάμενος ἀνανεῦσαι παραγίνεται εἰς τὸν θάλαμον αὐτῆς ἐφ᾽ ἅρματος ἀστραπαῖς ὁμοῦ καὶ βρονταῖς, καὶ κεραυνὸν ἵησιν. Σεμέλης δὲ διὰ τὸν φόβον ἐκλιπούσης, ἑξαμηνιαῖον τὸ βρέφος ἐξαμβλωθὲν ἐκ τοῦ πυρὸς ἁρπάσας ἐνέρραψε τῷ μηρῷ. ἀποθανούσης δὲ Σεμέλης, αἱ λοιπαὶ Κάδμου θυγατέρες διήνεγκαν λόγον, συνηυνῆσθαι θνητῷ τινι Σεμέλην καὶ καταψεύσασθαι Διός, καὶ ὅτι διὰ τοῦτο ἐκεραυνώθη. κατὰ δὲ τὸν χρόνον τὸν καθήκοντα Διόνυσον γεννᾷ Ζεὺς λύσας τὰ ῥάμματα, καὶ δίδωσιν Ἑρμῇ. ὁ δὲ κομίζει πρὸς Ἰνὼ καὶ Ἀθάμαντα καὶ πείθει τρέφειν ὡς κόρην. ἀγανακτήσασα δὲ Ἥρα μανίαν αὐτοῖς ἐνέβαλε, καὶ Ἀθάμας μὲν τὸν πρεσβύτερον παῖδα Λέαρχον ὡς ἔλαφον θηρεύσας ἀπέκτεινεν, Ἰνὼ δὲ τὸν Μελικέρτην εἰς πεπυρωμένον λέβητα ῥίψασα, εἶτα βαστάσασα μετὰ νεκροῦ τοῦ παιδὸς ἥλατο κατὰ βυθοῦ. καὶ Λευκοθέα μὲν αὐτὴν καλεῖται, Παλαίμων δὲ ὁ παῖς, οὕτως ὀνομασθέντες ὑπὸ τῶν πλεόντων·
Μαινάδες
Οι Μαινάδες ήταν νύμφες και ακόλουθες του Διονύσου μαζί με τους Σάτυρους και Σειληνούς. Χαρακτηριστικό τους ήταν η εκστατική μανία, δηλαδή η υπερκινητική και βίαιη συμπεριφορά πέρα από τη λογική. Τριγύριζαν στα βουνά και συναναστρέφονταν με τα άγρια ζώα. Λάτρευαν το θεό Διόνυσο με τραγούδια, χορούς και κραυγές. Πάνω στον ενθουσιασμό τους μπορούσαν να σκοτώσουν τα άγρια θηρία.
Ονομασίες των Μαινάδων
Οι Μαινάδες έφεραν διάφορα ονόματα ανάλογα με τον τόπο προέλευσης τους. Οι Ολείαι ήταν οι γυναίκες του μαιναδικού θιάσου από τον Ορχομενό της Βοιωτίας. Συμμετείχαν στη γιορτή των Στεπτηρίων στους Δελφούς. Σε αυτή τη γιορτή γινόταν η αναπαράσταση του φόνου του Πύθωνα από τον Απόλλωνα. Κρατώντας λαμπάδες, οδηγούσαν τον έφηβο και την ακολουθία του μπροστά στην καλύβα του Πύθωνα για την κάψουν.
Η ιστορική ονομασία των δελφικών μαινάδων ήταν Θυιάδες. Το όνομα τους προέρχεται από τη Θυία, την κόρη του Καστάλιου και πρώτη ιέρεια του Διονύσου (Φωκικά X 6.4). Έπαιρναν μέρος σε πολλές τελετουργίες στους Δελφούς, όπως στη γιορτή της Χαρίλας, στην έγερση του Λικνίτη και στη γιορτή της Ηρωίδας, δηλαδή της ανόδου της Σεμέλης. Αλλά η σπουδαιότερη από αυτές ήταν η τέλεση των μαιναδικών οργίων στον Παρνασσό. Σύμφωνα με τον Παυσανία (Χ 4.3 και 32.7), στα όργια αυτά συμμετείχε και ένας θίασος αττικών Θυιάδων (αἱ δὲ Θυιάδες γυναῖκες μέν εἰσιν Ἀττικαί, φοιτῶσαι δὲ ἐς τὸν Παρνασσὸν παρὰ ἔτος αὐταί τε καὶ αἱ γυναῖκες Δελφῶν ἄγουσιν ὄργια Διονύσῳ.). Τα όργια γίνονταν χειμώνα κατά το δίμηνο Νοεμβρίου-Δεκεμβρίου στο Κωρύκειο άντρο και περιλάμβαναν τελετές σπαραγμού, ωμοφαγίας, καθώς και ορειβασία υπό το φως των λαμπάδων.
[X 32.7] τὸ δὲ ἄντρον τὸ Κωρύκιον μεγέθει τε ὑπερβάλλει τὰ εἰρημένα καὶ ἔστιν ἐπὶ πλεῖστον ὁδεῦσαι δι' αὐτοῦ καὶ ἄνευ λαμπτήρων+: ὅ τε ὄροφος ἐς αὔταρκες ἀπὸ τοῦ ἐδάφους ἀνέστηκε, καὶ ὕδωρ τὸ μὲν ἀνερχόμενον ἐκ πηγῶν, πλέον δὲ ἔτι ἀπὸ τοῦ ὀρόφου στάζει, ὥστε καὶ δῆλα ἐν τῷ ἐδάφει σταλαγμῶν τὰ ἴχνη διὰ παντός ἐστι τοῦ ἄντρου. ἱερὸν δὲ αὐτὸ οἱ περὶ τὸν Παρνασσὸν Κωρυκίων τε εἶναι Νυμφῶν καὶ Πανὸς μάλιστα ἥγηνται. ἀπὸ δὲ τοῦ Κωρυκίου χαλεπὸν ἤδη καὶ ἀνδρὶ εὐζώνῳ πρὸς τὰ ἄκρα ἀφικέσθαι τοῦ Παρνασσοῦ: τὰ δὲ νεφῶν τέ ἐστιν ἀνωτέρω τὰ ἄκρα καὶ αἱ Θυιάδες ἐπὶ τούτοις τῷ Διονύσῳ καὶ τῷ Ἀπόλλωνι μαίνονται.
Οι Γεραραί, δηλαδή οι "επίτιμες", ήταν οι γυναίκες του μαιναδικού θιάσου στην Αττική. Δεκατέσσερις γυναίκες έπαιρναν μέρος στις Χόες της γιορτής των Ανθεστηρίων. Συνόδευαν τη γυναίκα του άρχοντα-βασιλιά και τελούσαν προσφορές σε ισάριθμους βωμούς στο Λιμναίο ιερό του Διονύσου στην Αθήνα. Οι γυναίκες των μαιναδικών θιάσων της Θράκης λέγονταν Βασσαρίδες. Στις τελετουργίες των θιάσων αυτών γίνονταν σπαραγμός ανθρώπου ή ανθρώπινου ομοιώματος, μια αναπαράσταση του φόνου του Ορφέα. Στη Μακεδονία λέγονταν Κλώδωνες και Μιμαλλόνες. Λάτρευαν τον Διόνυσο Ψευδάνωρ και οι τελετουργίες τους περιλάμβαναν ορειβασία, σπαραγμό ζώων και ωμοφαγία.
Σάτυροι και Σειληνοί
Οι Σάτυροι ήταν δαίμονες της ελληνικής μυθολογίας, πνεύματα των δασών και βουνών. Ήταν τριχωτοί με μυτερά αυτιά, διχαλωτά πόδια και ουρά τράγου. Ήταν οι υπηρέτες και σύντροφοι του θεού Διόνυσου. Αγαπημένη ασχολία τους ήταν το παίξιμο του αυλού, ο τρύγος και η μέθη, το κυνήγι των νυμφών. Η μορφή των Σατύρων έγινε στο πέρασμα των χρόνων απαραίτητο στοιχείο στις γιορτές του Βάκχου στην Αττική. Στη πομπή των «εν άστει» Διονυσίων οι συμμετέχοντες ήταν μεταμφιεσμένοι σε Σάτυρους και Σειληνούς. Ο ποιητής Πρατίνας δημιούργησε στα τέλη του 6ου αιώνα π.Χ. το σατυρικό δράμα, δηλαδή την τραγωδία με εύθυμη διάθεση. Ο χορός του δράματος αποτελούνταν από ηθοποιούς ντυμένους σαν Σάτυρους.
Οι Σειληνοί ήταν σύντροφοι του θεού Διονύσου. Είχαν ανθρώπινο κορμί με ουρά και αυτιά αλόγου, ενώ κύριο χαρακτηριστικό τους ήταν ο ισχυρός φαλλισμός τους. Στην Ακρόπολη σύμφωνα με τον Παυσανία (Αττικά I 23.5) υπήρχε η πέτρα του σειληνού. Έλεγαν ότι οι Σειληνοί ήταν οι ηλικιωμένοι Σάτυροι (ἔστι δὲ λίθος οὐ μέγας, ἀλλ᾽ ὅσον καθίζεσθαι μικρὸν ἄνδρα· ἐπὶ τούτῳ λέγουσιν, ἡνίκα Διόνυσος ἦλθεν ἐς τὴν γῆν, ἀναπαύσασθαι τὸν Σιληνόν. τοὺς γὰρ ἡλικίᾳ τῶν Σατύρων προήκοντας ὀνομάζουσι Σιληνούς·). Οι Σειληνοί ήταν οι αρσενικοί δαίμονες των πηγών και των ποταμών. Στην αγορά της αρχαίας Ήλιδας υπήρχε ναός και άγαλμα του Σειληνού (Ηλιακά VI 24.6). Στον Σειληνό προσέφερε κρασί η Μέθη (ἔστι δὲ καὶ Σιληνοῦ ναὸς ἐνταῦθα, ἰδίᾳ τῷ Σιληνῷ καὶ οὐχ ὁμοῦ Διονύσῳ πεποιημένος: Μέθη δὲ οἶνον ἐν ἐκπώματι αὐτῷ δίδωσι.). Οι Σειληνοί ανήκαν στις θρησκευτικές παραδόσεις της Μικράς Ασίας και ιδιαίτερα της Φρυγίας. Πασίγνωστος Σειληνός ήταν ο Μαρσύας.
Η λατρεία του Διονύσου
Η λατρεία του Διονύσου υπήρξε η δημοφιλέστερη στην αρχαία Ελλάδα. Ήταν ο θεός των αντιθέσεων. Θεός της υπέρτατης έξαρσης, του σπαραγμού και της ωμοφαγίας. Θεός της βλάστησης. Ανδρόγυνος και φαλλικός θεός.
Ο Απολλόδωρος γράφει σχετικά για το θρύλο της διάδοσης της λατρείας του Διονύσου στην Αττική (Γ 14.7). Ο Διόνυσος έμαθε από τον πατέρα του τον τρόπο καλλιέργειας του σταφυλιού και την τέχνη της παρασκευής του κρασιού. Δε θέλησε να κρατήσει για τον εαυτό του αυτό το χάρισμα και άρχισε να πηγαίνει από πόλη σε πόλη και να το διδάσκει στους ανθρώπους. Σε ένα από τα ταξίδια του έφτασε στην Αττική. Εκεί φιλοξενήθηκε στο σπίτι του βασιλιά Ικάριου στο δήμο της Ικαρίας (σημ. Διόνυσος). Ο Διόνυσος δίδαξε την καλλιέργεια του αμπελιού στον Ικάριο και εκείνος με τη σειρά του άρχισε να γυρίζει από χωριό σε χωριό και να μοιράζει κρασί στους χωρικούς. Εκείνοι, νιώθοντας ευφορία και έκσταση από την κατανάλωση του κρασιού, νόμιζαν ότι ο Ικάριος τους είχε δηλητηριάσει. Έτσι τον σκότωσαν και τον έθαψαν κάτω από ένα δέντρο. Η κόρη του Ηριγόνη ανησύχησε για τον πατέρα της και τον έψαξε παντού, φωνάζοντας και θρηνώντας. Τελικά τον βρήκε νεκρό με τη βοήθεια του σκύλου της και κρεμάστηκε από το δέντρο, στις ρίζες του οποίου ήταν θαμμένος ο πατέρας της.
Επικλήσεις και παρωνύμια
- Αιγοβόλος και Μελάναιγις
- - Η γίδα και ο τράγος αποτελούσαν δυο μορφές του θεού Διονύσου. Τα δυο ζώα ήταν τα θύματα στις τελετές ωμοφαγίας του μαιναδικού θιάσου.
- Άνθιος, Μελανθίδης, Συκίτης, Μειλίχιος
- - Ο θεός των φυτών.
- Βάκχιος, Βακχεύς
- - Ο θεός σε κατάσταση «μανίας».
- Βουγενής
- - Ο ταυρόμορφος Διόνυσος.
- Δασύλλιος και Θαλλοφόρος
- - Ο θεός της άγριας βλάστησης.
- Δενδρίτης
- - Ο θεός του δέντρου.
- Ημερίδης, Πρόβλαστος και Σκυλλίτης
- - Ο θεός της άμπελου.
- Θέοινος
- - Ο θεός του κρασιού.
- Κισσός
- - Ήταν το σύμβολο των διονυσιακών θιάσων. Οι Μαινάδες έτρωγαν τον κισσό ως ενσάρκωση του Διονύσου.
- Λικνίτης
- - Ο βρεφικός Διόνυσος.
- Λύσιος
- - Ο θεός σε κατάσταση έκστασης. Έκσταση που προκαλούσε η υπερβολική κατάποση κρασιού, μέσα από την οποία έδιωχναν τα άγχη της καθημερινότητας.
- Σταφυλίτης και Βότρυς
- - Ο θεός του σταφυλιού.
Διόνυσος και Αριάδνη
Η Αριάδνη ήταν κόρη του βασιλιά Μίνωα και της Πασιφάης. Βοήθησε το Θησέα να σκοτώσει το Μινώταυρο και να βγει ζωντανός από το λαβύρινθο. Ο Θησέας την πήρε μαζί του, κατά την επιστροφή του στην Αθήνα. Σταμάτησε όμως με τους συντρόφους του στη Νάξο για να ξεκουραστεί από το πολύωρο ταξίδι. Εκεί αποκοιμήθηκε και είδε στο όνειρο του το θεό Διόνυσο, να τον προστάζει να αφήσει την Αριάδνη στη Νάξο και να γυρίσει αμέσως στην Αθήνα. Ο Θησέας εκτέλεσε την προσταγή του θεού. Έτσι η Αριάδνη έμεινε στη Νάξο, όπου τη βρήκε ο Διόνυσος και την έκανε γυναίκα του (Θεογονία στίχοι 947-948).
Γιορτές προς τιμή του θεού
1. Μικρά και Μεγάλα Διονύσια
Τα Διονύσια ήταν από τις μεγαλύτερες γιορτές στην αρχαία Ελλάδα προς τιμή του θεού Διονύσου. Διακρίνονταν στα Μικρά ή «κατ' αγρούς» Διονύσια και στα Μεγάλα ή «εν άστει» Διονύσια. Τα Μικρά Διονύσια ήταν η αρχαιότερη διονυσιακή γιορτή και τελούνταν το μήνα Ποσειδεώνα (μέσα Δεκεμβρίου έως μέσα Ιανουαρίου). Σε αυτά γίνονταν συμπόσια με μουσική και χορό στα οποία συμμετείχαν όλοι, δραματικοί αγώνες ποίησης και πομπή προς το ναό του θεού. Στην πομπή τραγουδούσαν διθυράμβους προς τιμή του Διονύσου και φαλλικά άσματα από τα οποία γεννήθηκε στο πέρασμα των χρόνων η κωμωδία.
Τα Μεγάλα Διονύσια ήταν η λαμπρότερη από όλες τις διονυσιακές γιορτές αφιερωμένη στον Διόνυσο Ελευθερέα. Θεσμοθετήθηκαν στα τέλη του 6ου αιώνα π.Χ. από τον τύραννο Πεισίστρατο και τελούνταν μετά τα Ανθεστήρια το μήνα Ελαφηβολιώνα (μέσα Μαρτίου έως μέσα Απριλίου). Ο Διόνυσος δεν λατρευόταν ως ο θεός του κρασιού και της άμπελου, αλλά ο θεός που είχε έρθει από τις Ελευθερές, έναν οικισμό στη νότια πλαγιά του Κιθαιρώνα στα σύνορα Βοιωτίας και Αττικής (ἐνταῦθα καὶ Πήγασός ἐστιν Ἐλευθερεύς, ὃς Ἀθηναίοις τὸν θεὸν ἐσήγαγε· συνεπελάβετο δέ οἱ τὸ ἐν Δελφοῖς μαντεῖον ἀναμνῆσαν τὴν ἐπὶ Ἰκαρίου ποτὲ ἐπιδημίαν τοῦ θεοῦ.). Η λατρεία του Διονύσου Ελευθερέως εισήχθη στην Αθήνα από τον ιερέα του θεού Πήγασο με την προτροπή του μαντείου των Δελφών (Αττικά I 2.5) Την πρώτη ημέρα της γιορτής το ξόανο του θεού μεταφερόταν με λαμπρή πομπή ανάλογη με αυτή των Παναθηναίων από το ναό του Διονύσου Ελευθερέως κάτω από την Ακρόπολη σε ένα μικρό ναό κοντά στην Ακαδήμεια (καὶ ναὸς οὐ μέγας ἐστίν, ἐς ὃν τοῦ Διονύσου τοῦ Ἐλευθερέως τὸ ἄγαλμα ἀνὰ πᾶν ἔτος κομίζουσιν ἐν τεταγμέναις ἡμέραις.). Κύριο στοιχείο της πομπής ήταν η φαλληφορία, δηλαδή η μεταφορά ομοιωμάτων φαλλών από δέρμα ή ξύλο και τα φαλλικά άσματα. Τη νύχτα η πομπή μετέφερε το ξόανο πίσω στο ναό, όπου γίνονταν θυσίες με ύμνους και προσευχές στο βωμό του θεού (Αττικά I 29.2).
2. Ανθεστήρια
Τα Ανθεστήρια ήταν μεγάλη ετήσια γιορτή τελούμενη στην Αττική και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας το μήνα Ανθεστηριώνα (μέσα Φεβρουαρίου έως μέσα Μαρτίου). Διαρκούσε τρεις μέρες, κατά τις οποίες οι Αθηναίοι δοκίμαζαν το κρασί της νέας χρονιάς μέσα σε μια ενθουσιώδη ατμόσφαιρα. Οι τρεις μέρες αποκαλούνταν Πιθοίγια, Χόες και Χύτροι αντίστοιχα. Ο πανηγυρικός όμως χαρακτήρας της γιορτής έκρυβε μια ζοφερή και μελαγχολική εικόνα. Τα Ανθεστήρια ήταν μια γιορτή των ψυχών.
Στην Πιθοίγια ανοίγονταν για πρώτη φορά τα δοχεία του κρασιού της νέας σοδιάς. Ο κόσμος μαζευόταν στο Λιμναίο ιερό του Διονύσου νότια της Ακρόπολης (ίσως κοντά στον Ιλισό ποταμό). Ένα μέρος από το καινούργιο κρασί προσφερόταν ως σπονδή στον Διόνυσο ώστε η χρήση του να ήταν στη συνέχεια ευεργετική και αβλαβής. Στις Χόες γινόταν η κατανάλωση του καινούργιου κρασιού στο συμπόσιο. Καθένας έπαιρνε μια κούπα και λάμβανε μέρος σε ένα αγώνα οινοποσίας. Όποιος τελείωνε πρώτος στεφάνωνε την κούπα του με μια γιρλάντα και την πήγαινε στην ιέρεια του θεού στο ιερό. Παρά το γλέντι και την εορταστική ατμόσφαιρα, η μέρα των Χοών ήταν μιαρή. Πίστευαν ότι οι ψυχές των νεκρών ανέβαιναν από τον Άδη για να πάρουν τις προσφορές που τους αφιέρωναν. Η κεντρική τελετουργία την τρίτη ημέρα των Χύτρων ήταν το βράσιμο μιας πανσπερμίας από κάθε είδους σπόρους σε μεγάλα πήλινα αγγεία. Αλλά από τη χύτρα δε δοκίμαζε κανένας, διότι η πανσπερμία ήταν αφιερωμένη στο Διόνυσο και στο χθόνιο Ερμή. Την ημέρα αυτή οι Αθηναίοι συνήθιζαν να αλείφουν με πίσσα στις πόρτες των σπιτιών και να τα εξαγνίζουν με θυμιατά. Στο τέλος της ημέρας φώναζαν στα πνεύματα να φύγουν, επειδή η γιορτή τελείωσε (Θύραζε Κήρες, ουκ, έτ’ Ανθεστήρια).
Την ημέρα των Χοών λάμβανε χώρα και η ιδιαίτερη τελετή του Ιερού Γάμου. Στην τελετή αυτή ο «άρχοντας-βασιλιάς» της πόλης υποδυόταν το θεό Διόνυσο και έμπαινε στην πόλη πάνω σε τροχοφόρο άρμα με σχήμα καραβιού. Προορισμός του ήταν το Λιμναίο ιερό του Διονύσου, όπου συναντούσε τη «βασίλισσα». Η «βασίλισσα» συνοδευόταν από τις δεκατέσσερις γυναίκες του μαιναδικού θιάσου της Αττικής (Γεραρές), τις οποίες είχε επιλέξει ο ίδιος ο «άρχοντας-βασιλιάς». Οι Γεραρές τελούσαν κάποιες απόρρητες ιερουργίες πάνω στους δεκατέσσερις βωμούς του θεού Διονύσου. Έπειτα από το Λιμναίο ιερό το ζευγάρι κατευθυνόταν σε ένα οίκημα δίπλα στο Πρυτανείο στους πρόποδες της Ακρόπολης για την τέλεση του Ιερού Γάμου.
3. Λήναια
Τα Λήναια τελούνταν το μήνα Γαμηλιώνα (μέσα Ιανουαρίου έως μέσα Φεβρουαρίου). Ο Διόνυσος λατρευόταν ως Λήναιος, επίθετο που πήρε από τις Μαινάδες (Βάκχες), οι οποίες χόρευαν εκστασιασμένες το βακχικό χορό στο περίβολο του ναού του. Στη γιορτή αυτή διεξάγονταν κατά τον 5ο αιώνα π.Χ. αγώνες κωμωδίας και τραγωδίας στο θέατρο του Διονύσου στις παρυφές της Ακρόπολης. Κατά τη διάρκεια της γιορτής, μια πομπή μέσα στην πόλη συνοδευόμενη από επικλήσεις (Σεμελήιε Ιάκχε πλουτοδότα) και διθυράμβους προς τιμή του θεού κατέληγε στο ιερό του Ληναίου Διονύσου.
Ορφικός ύμνος προς το Διόνυσο
Διονύσου θυμίαμα, στύρακα
Κικλήσκω Διόνυσον ἐρίβρομον, εὐαστῆρα,
πρωτόγονον, διφυῆ, τρίγονον, Βακχεῖον ἄνακτα,
ἄγριον, ἄρρητον, κρύφιον, δικέρωτα, δίμορφον,
κισσόβρυον, ταυρωπόν, Ἀρήιον, εὔιον, ἁγνόν,
ὠμάδιον, τριετῆ, βοτρυηφόρον, ἐρνεσίπεπλον.
Εὐβουλεῦ, πολύβουλε, Διὸς καὶ Περσεφονείης
ἀρρήτοις λέκτροισι τεκνωѳείς, ἄμβροτε δαῖμον·
κλῦѳι, μάκαρ, φωνῆς, ἡδὺς δ' ἐπίπνευσον ἀμεμ[φ]ής
εὐμενὲς ἦτορ ἔχων, σὺν ἐυζώνοισι τιѳήναις.
Μετάφραση
Τον Διόνυσο προσκαλώ, τον θορυβώδη και ενθουσιώδη,
τον πρωτογενή, που έχει δύο φύσεις, και γεννήθηκε τρεις φορές,
τον Βακχικό βασιλέα,
τον ζώντα στους αγρούς, τον ανέκφραστον τον απόκρυφον,
που έχει δύο κέρατα και δυο μορφές
τον γεμάτο από κισσό, που έχει πρόσωπο ταύρου,
τον πολεμικό τον βακχικό, τον αγνό
που τρώει ωμά κρέατα, τον τριετή, που τρέφει τα σταφύλια
και έχει για πέπλο βλαστάρια.
Ω Ευβουλέα, πολυμήχανε, πού γεννήθηκες στα κρεβάτια του Διός και της Περσεφόνης αθάνατε δαίμονα
άκουσε, μακάριε, τη φωνή μου και σπεύσε με γλυκύτητα και με προσήνεια,
έχων ευμενή διάθεση μαζί με τις συντρόφους σου.