Raffaello,_concilio_degli_dei_02

Διόνυσος. Ο θεός του κρασιού

Διόνυσος

Ο θεός του κρασιού και της αμπελουργίας. Ο Διόνυσος ήταν μια περίπλοκη και αντιφατική μορφή. Γιος του Δία και της Σεμέλης, αντιπροσώπευε όχι μόνο την ευφορία της κατανάλωσης του κρασιού, αλλά και την απελευθέρωση από τους κοινωνικούς περιορισμούς. Οι οπαδοί του συμμετείχαν σε οργιαστικές τελετές, στις οποίες χόρευαν και έπιναν μέχρι έκστασης. Ο Διόνυσος ήταν επίσης προστάτης του θεάτρου. Τα Διονύσια ήταν σημαντική γιορτή στην αρχαία Ελλάδα. Η λατρεία του συνέδεε τους ανθρώπους με τη φύση και τα πρωτόγονα ένστικτά τους, προσφέροντας τους μια διέξοδο από την καθημερινότητα.

Η γέννηση του Διονύσου

Η Σεμέλη, κόρη του βασιλιά της Θήβας Κάδμου, ήταν η μητέρα του Διονύσου (ἣ δὲ Διώνυσον Σεμέλη τέκε χάρμα βροτοῖσιν), όπως αναφέρει ο Όμηρος στην Ιλιάδα (Ξ 325). Ο Απολλόδωρος στη Βιβλιοθήκη του περιγράφει παραστατικά το μύθο της γέννησης του θεού Διονύσου (Γ 4.3). Η Σεμέλη έμεινε έγκυος από το Δία και με προτροπή της Ήρας επιθύμησε να τον δει. Ο Δίας εμφανίστηκε μπροστά της πάνω στο άρμα του, αλλά οι φλόγες της θεϊκής λάμψης του ήταν τόσο έντονες, που την έκαψαν. Πεθαίνοντας η Σεμέλη, έβγαλε από την κοιλιά της το έξι μηνών βρέφος και τότε ο Δίας, προκειμένου να το σώσει μέχρι να ολοκληρωθεί η κυοφορία, το έραψε μέσα στο μηρό του. Με αυτόν τον τρόπο γεννήθηκε ο Διόνυσος.

Σύμφωνα με το μύθο, όπως τον παραθέτει ο Απολλόδωρος (Γ 1.1 και 4.1-4.2), ο Κάδμος ήταν γιος του Αγήνορα και της Τηλέφασσας. Όταν η αδελφή του Ευρώπη απήχθη από τον Δία, άρχισε να την ψάχνει. Έφτασε μέχρι τους Δελφούς, αλλά εκεί ο Απόλλωνας τον διέταξε να σταματήσει και να ακολουθήσει μια αγελάδα. Στο σημείο στο οποίο η αγελάδα θα γονάτιζε κουρασμένη, έπρεπε να ιδρύσει μια πόλη. Ο Κάδμος ίδρυσε στο σημείο εκείνο τη Θήβα. Αργότερα νυμφεύτηκε την κόρη του Άρη και της Αφροδίτης Αρμονία και απέκτησε μαζί της πέντε παιδιά. Ένα από τα παιδιά του ήταν η Σεμέλη.

Ο Ζεύς παρέδωσε το βρέφος στον Ερμή με την εντολή να το δώσει στην αδελφή της Σεμέλης Ινώ και τον σύζυγο της Αθάμαντα, βασιλιά του Ορχομενού, για να το μεγαλώσουν. Η Ήρα, που μισούσε τον Διόνυσο ως εξώγαμο τέκνο του Δία, τους τρέλανε. Ο Αθάμαντας, χάνοντας τα λογικά του, σκότωσε το γιο του Λέαρχο, ενώ η Ινώ έριξε σε καυτό καζάνι το δεύτερο γιο της Μελικέρτη και έπειτα έπεσε μαζί του στη θάλασσα. Ο Δίας αργότερα τους θεοποίησε με τα ονόματα Λευκοθέα και Παλαίμων.

[Γ 4.3] Σεμέλης δὲ Ζεὺς ἐρασθεὶς Ἥρας κρύφα συνευνάζεται. ἡ δὲ ἐξαπατηθεῖσα ὑπὸ Ἥρας, κατανεύσαντος αὐτῇ Διὸς πᾶν τὸ αἰτηθὲν ποιήσειν, αἰτεῖται τοιοῦτον αὐτὸν ἐλθεῖν οἷος ἦλθε μνηστευόμενος Ἥραν. Ζεὺς δὲ μὴ δυνάμενος ἀνανεῦσαι παραγίνεται εἰς τὸν θάλαμον αὐτῆς ἐφ᾽ ἅρματος ἀστραπαῖς ὁμοῦ καὶ βρονταῖς, καὶ κεραυνὸν ἵησιν. Σεμέλης δὲ διὰ τὸν φόβον ἐκλιπούσης, ἑξαμηνιαῖον τὸ βρέφος ἐξαμβλωθὲν ἐκ τοῦ πυρὸς ἁρπάσας ἐνέρραψε τῷ μηρῷ. ἀποθανούσης δὲ Σεμέλης, αἱ λοιπαὶ Κάδμου θυγατέρες διήνεγκαν λόγον, συνηυνῆσθαι θνητῷ τινι Σεμέλην καὶ καταψεύσασθαι Διός, καὶ ὅτι διὰ τοῦτο ἐκεραυνώθη. κατὰ δὲ τὸν χρόνον τὸν καθήκοντα Διόνυσον γεννᾷ Ζεὺς λύσας τὰ ῥάμματα, καὶ δίδωσιν Ἑρμῇ. ὁ δὲ κομίζει πρὸς Ἰνὼ καὶ Ἀθάμαντα καὶ πείθει τρέφειν ὡς κόρην. ἀγανακτήσασα δὲ Ἥρα μανίαν αὐτοῖς ἐνέβαλε, καὶ Ἀθάμας μὲν τὸν πρεσβύτερον παῖδα Λέαρχον ὡς ἔλαφον θηρεύσας ἀπέκτεινεν, Ἰνὼ δὲ τὸν Μελικέρτην εἰς πεπυρωμένον λέβητα ῥίψασα, εἶτα βαστάσασα μετὰ νεκροῦ τοῦ παιδὸς ἥλατο κατὰ βυθοῦ. καὶ Λευκοθέα μὲν αὐτὴν καλεῖται, Παλαίμων δὲ ὁ παῖς, οὕτως ὀνομασθέντες ὑπὸ τῶν πλεόντων·
Ο Αθάμαντας ήταν γιος του Αίολου και βασιλιάς των Μινύων του Ορχομενού της Βοιωτίας. Σύμφωνα με το μύθο, όπως τον παραθέτει ο Απολλόδωρος (Α 9.1), είχε σύζυγο τη Νεφέλη, από την οποία απέκτησε δυο παιδιά, τον Φρίξο και την Έλλη (τῶν δὲ Αἰόλου παίδων Ἀθάμας, Βοιωτίας δυναστεύων, ἐκ Νεφέλης τεκνοῖ παῖδα μὲν Φρίξον θυγατέρα δὲ Ἕλλην.). Αργότερα παντρεύτηκε την Ινώ, που μισούσε θανάσιμα τα δυο παιδιά του Αθάμαντα. Ο Φρίξος με τη βοήθεια της μητέρας του γλίτωσε τη θυσία που είχε ετοιμάσει γι'αυτόν η Ινώ και έφτασε στην Αία, την πατρίδα του βασιλιά Αιήτη, ανεβασμένος σε ένα ολόχρυσο κριάρι, δώρο του θεού Ερμή (Αργοναυτικά βιβλίο Β' στ. 1143-1147).

Σεμέλη

Η Σεμέλη ήταν κόρη του Κάδμου και της Αρμονίας (Θεογονία στ. 975-978). Στη μυθολογία των Θηβαίων (ὡς μὲν Ἀκουσίλαος λέγει, μηνίσαντος τοῦ Διὸς ὅτι ἐμνηστεύσατο Σεμέλην, ὡς δὲ οἱ πλείονες, ὅτι τὴν Ἄρτεμιν λουομένην εἶδε.) η Σεμέλη επρόκειτο να παντρευτεί τον Ακταίωνα (Απολλόδωρος Γ 4.4), αλλά η Άρτεμη ματαίωσε το γάμο από τη ζήλια της.

Ο Παυσανίας στο έργο του Ελλάδος Περιήγησις δεν πιστεύει ότι η Σεμέλη πέθανε, επειδή ήταν σύζυγος του Δία (ἐγὼ δὲ Σεμέλην μὲν οὐδὲ ἀποθανεῖν ἀρχὴν πείθομαι Διός γε οὖσαν γυναῖκα,). Στο ναό της Αρτέμιδας Σωτείρας στην αρχαία Τροιζήνα υπήρχαν βωμοί των θεών του Κάτω Κόσμου. Έλεγαν ότι εκεί ο θεός Διόνυσος έβγαλε τη μητέρα του από τον Άδη (Κορινθιακά II 31.2). Στη συνέχεια (II 37.5) παραθέτει την άποψη των Αργείων, οι οποίοι έλεγαν ότι ο Διόνυσος κατέβηκε στον Άδη από την Αλκυονία λίμνη και έφερε πίσω στη ζωή τη Σεμέλη με το όνομα Θυώνη. Στη Θήβα είδε τα ερείπια του ανακτόρου του Κάδμου και τους περιφραγμένους θαλάμους της Αρμονίας και της Σεμέλης (Βοιωτικά IX 12.3), ενώ κοντά στις Προιτίδες πύλες υπήρχε ναός του Διονύσου Λύσιου και άγαλμα της Σεμέλης (IX 16.6).

Μαινάδες

Οι Μαινάδες ήταν νύμφες και ακόλουθες του Διονύσου μαζί με τους Σάτυρους και Σειληνούς. Χαρακτηριστικό τους ήταν η εκστατική μανία, δηλαδή η υπερκινητική και βίαιη συμπεριφορά πέρα από τη λογική. Τριγύριζαν στα βουνά και συναναστρέφονταν με τα άγρια ζώα. Λάτρευαν το θεό Διόνυσο με τραγούδια, χορούς και κραυγές. Πάνω στον ενθουσιασμό τους μπορούσαν να σκοτώσουν τα άγρια θηρία.

Ονομασίες των Μαινάδων

Οι Μαινάδες έφεραν διάφορα ονόματα ανάλογα με τον τόπο προέλευσης τους. Οι Ολείαι ήταν οι γυναίκες του μαιναδικού θιάσου από τον Ορχομενό της Βοιωτίας. Συμμετείχαν στη γιορτή των Στεπτηρίων στους Δελφούς. Σε αυτή τη γιορτή γινόταν η αναπαράσταση του φόνου του Πύθωνα από τον Απόλλωνα. Κρατώντας λαμπάδες, οδηγούσαν τον έφηβο και την ακολουθία του μπροστά στην καλύβα του Πύθωνα για την κάψουν.

Η ιστορική ονομασία των Δελφικών μαινάδων ήταν Θυιάδες. Το όνομα τους προέρχεται από τη Θυία, την κόρη του Καστάλιου και πρώτη ιέρεια του Διονύσου (Φωκικά X 6.4). Έπαιρναν μέρος σε πολλές τελετουργίες στους Δελφούς, όπως στη γιορτή της Χαρίλας, στην έγερση του Λικνίτη και στη γιορτή της Ηρωίδας, δηλαδή της ανόδου της Σεμέλης. Αλλά η σπουδαιότερη από αυτές ήταν η τέλεση των μαιναδικών οργίων στον Παρνασσό. Σύμφωνα με τον Παυσανία (Χ 4.3 και 32.7), στα όργια αυτά συμμετείχε και ένας θίασος αττικών Θυιάδων (αἱ δὲ Θυιάδες γυναῖκες μέν εἰσιν Ἀττικαί, φοιτῶσαι δὲ ἐς τὸν Παρνασσὸν παρὰ ἔτος αὐταί τε καὶ αἱ γυναῖκες Δελφῶν ἄγουσιν ὄργια Διονύσῳ.). Τα όργια γίνονταν χειμώνα κατά το δίμηνο Νοεμβρίου-Δεκεμβρίου στο Κωρύκειο άντρο και περιλάμβαναν τελετές σπαραγμού, ωμοφαγίας, καθώς και ορειβασία υπό το φως των λαμπάδων.

[X 32.7] τὸ δὲ ἄντρον τὸ Κωρύκιον μεγέθει τε ὑπερβάλλει τὰ εἰρημένα καὶ ἔστιν ἐπὶ πλεῖστον ὁδεῦσαι δι' αὐτοῦ καὶ ἄνευ λαμπτήρων+: ὅ τε ὄροφος ἐς αὔταρκες ἀπὸ τοῦ ἐδάφους ἀνέστηκε, καὶ ὕδωρ τὸ μὲν ἀνερχόμενον ἐκ πηγῶν, πλέον δὲ ἔτι ἀπὸ τοῦ ὀρόφου στάζει, ὥστε καὶ δῆλα ἐν τῷ ἐδάφει σταλαγμῶν τὰ ἴχνη διὰ παντός ἐστι τοῦ ἄντρου. ἱερὸν δὲ αὐτὸ οἱ περὶ τὸν Παρνασσὸν Κωρυκίων τε εἶναι Νυμφῶν καὶ Πανὸς μάλιστα ἥγηνται. ἀπὸ δὲ τοῦ Κωρυκίου χαλεπὸν ἤδη καὶ ἀνδρὶ εὐζώνῳ πρὸς τὰ ἄκρα ἀφικέσθαι τοῦ Παρνασσοῦ: τὰ δὲ νεφῶν τέ ἐστιν ἀνωτέρω τὰ ἄκρα καὶ αἱ Θυιάδες ἐπὶ τούτοις τῷ Διονύσῳ καὶ τῷ Ἀπόλλωνι μαίνονται.

Οι Γεραραί, δηλαδή οι «επίτιμες», ήταν οι γυναίκες του μαιναδικού θιάσου στην Αττική. Δεκατέσσερις γυναίκες έπαιρναν μέρος στις Χόες της γιορτής των Ανθεστηρίων. Συνόδευαν τη γυναίκα του άρχοντα-βασιλιά και τελούσαν προσφορές σε ισάριθμους βωμούς στο Λιμναίο ιερό του Διονύσου στην Αθήνα. Οι γυναίκες των μαιναδικών θιάσων της Θράκης λέγονταν Βασσαρίδες. Στις τελετουργίες των θιάσων αυτών γίνονταν σπαραγμός ανθρώπου ή ανθρώπινου ομοιώματος, μια αναπαράσταση του φόνου του Ορφέα. Στη Μακεδονία λέγονταν Κλώδωνες και Μιμαλλόνες. Λάτρευαν τον Διόνυσο Ψευδάνωρ και οι τελετουργίες τους περιλάμβαναν ορειβασία, σπαραγμό ζώων και ωμοφαγία.

Σάτυροι και Σιληνοί

Οι Σάτυροι ήταν δαίμονες της ελληνικής μυθολογίας, πνεύματα των δασών και βουνών. Σε διάφορες αναπαραστάσεις απεικονίζονταν τριχωτοί με μυτερά αυτιά, διχαλωτά πόδια και ουρά τράγου. Ήταν οι υπηρέτες και σύντροφοι του θεού Διόνυσου. Αγαπημένη ασχολία τους ήταν το παίξιμο του αυλού, ο τρύγος και η μέθη, καθώς και το κυνήγι των Νυμφών. Η μορφή των Σατύρων έγινε στο πέρασμα των χρόνων απαραίτητο στοιχείο στις γιορτές του Βάκχου στην Αττική. Στη πομπή των «εν άστει» Διονυσίων οι συμμετέχοντες ήταν μεταμφιεσμένοι σε Σάτυρους και Σιληνούς. Ο ποιητής Πρατίνας δημιούργησε στα τέλη του 6ου αιώνα π.Χ. το σατυρικό δράμα, δηλαδή την τραγωδία με εύθυμη διάθεση. Σκοπός του σατυρικού δράματος ήταν να ξεκουράσει ψυχολογικά τους θεατές από τις δυνατές συγκινήσεις που προκαλούσε η παρακολούθηση των τραγωδιών. Ο χορός του δράματος αποτελούνταν από ηθοποιούς ντυμένους σαν Σάτυρους.

Οι Σιληνοί ήταν οι αρσενικοί δαίμονες των πηγών και των ποταμών. Είχαν ανθρώπινο κορμί με ουρά και αυτιά αλόγου, ενώ κύριο χαρακτηριστικό τους ήταν ο ισχυρός φαλλισμός τους. Στην Ακρόπολη σύμφωνα με τον Παυσανία (Αττικά I 23.5) υπήρχε η πέτρα του σιληνού. Έλεγαν ότι οι Σιληνοί ήταν οι ηλικιωμένοι Σάτυροι (ἔστι δὲ λίθος οὐ μέγας, ἀλλ᾽ ὅσον καθίζεσθαι μικρὸν ἄνδρα· ἐπὶ τούτῳ λέγουσιν, ἡνίκα Διόνυσος ἦλθεν ἐς τὴν γῆν, ἀναπαύσασθαι τὸν Σιληνόν. τοὺς γὰρ ἡλικίᾳ τῶν Σατύρων προήκοντας ὀνομάζουσι Σιληνούς·). Στην αγορά της αρχαίας Ήλιδας υπήρχε ναός και άγαλμα του Σιληνού (Ηλιακά VI 24.6). Στον Σιληνό προσέφερε κρασί η Μέθη (ἔστι δὲ καὶ Σιληνοῦ ναὸς ἐνταῦθα, ἰδίᾳ τῷ Σιληνῷ καὶ οὐχ ὁμοῦ Διονύσῳ πεποιημένος: Μέθη δὲ οἶνον ἐν ἐκπώματι αὐτῷ δίδωσι.). Οι Σιληνοί ανήκαν στις θρησκευτικές παραδόσεις της Μικράς Ασίας και ιδιαίτερα της Φρυγίας. Πασίγνωστος Σιληνός ήταν ο Μαρσύας.

Η λατρεία του Διονύσου

Η λατρεία του Διονύσου υπήρξε η δημοφιλέστερη στην αρχαία Ελλάδα. Στην αρχαία Σπάρτη λάτρευαν τον Διόνυσο Κολωνάτα, επειδή ο ναός του βρισκόταν σε ένα λόφο μεταξύ του ιερού της Ορθίας Αρτέμιδας και της ακρόπολης (Λακωνικά III 13.7). Στην Τροιζήνα και την αρχαία Λέρνη λατρευόταν ως Σαώτης (θεός Σωτήρας). Ο Παυσανίας μας πληροφορεί (Αρκαδικά VIII 26.1) ότι στην Ηραία της Αρκαδίας υπήρχαν ναοί του Διονύσου Πολίτη ως θεού του λαού και του Διονύσου Αυξίτη ως θεού της άγριας βλάστησης. Ο Διόνυσος ήταν ο θεός των αντιθέσεων. Ως θεός της υπέρτατης έξαρσης και της κάθαρσης λατρευόταν με τα επίθετα Βάκχειος και Λύσιος. Ως ανδρόγυνος και φαλλικός θεός παρουσιαζόταν στους μαιναδικούς θιάσους ντυμένος γυναικεία (Ψευδάνωρ) και παράλληλα ταυτιζόταν με τον φαλλικό θεό της γονιμότητας Πρίαπο. Ο Διόνυσος Κάδμος λατρευόταν στη Θήβα στο θάλαμο της Σεμέλης (λέγεται δὲ καὶ τόδε, ὡς ὁμοῦ τῷ κεραυνῷ βληθέντι ἐς τὸν Σεμέλης θάλαμον πέσοι ξύλον ἐξ οὐρανοῦ: Πολύδωρον δὲ τὸ ξύλον τοῦτο χαλκῷ λέγουσιν ἐπικοσμήσαντα Διόνυσον καλέσαι Κάδμον.) με τη μορφή ενός ξύλινου στύλου που έλεγαν ότι έπεσε από τον ουρανό (Βοιωτικά IX 12.4). Ως θεός του κρασιού και της άμπελου λατρευόταν με πολλά επίθετα, μερικά από τα οποία είναι Βότρυς, Θέοινος, Πρόβλαστος και Σταφυλίτης. Στην αρχαία Πελλήνη απέναντι από το άλσος της Αρτέμιδος Σωτείρας υπήρχε ιερό του Διονύσου Λαμπτήρος (τοῦ δὲ ἄλσους τῆς Σωτείρας ἱερὸν ἀπαντικρὺ Διονύσου Λαμπτῆρός ἐστιν ἐπίκλησιν:). Στην ανοιξιάτικη γιορτή των Λαμπτηρίων τελούσαν τα ιερά δρώμενα τη νύχτα υπό το φως δαδών και έστηναν κρατήρες με κρασί σε ολόκληρη την πόλη (Αχαϊκά VII 27.3).

Ο Απολλόδωρος γράφει σχετικά για το θρύλο της διάδοσης της λατρείας του Διονύσου στην Αττική (Γ 14.7). Ο Διόνυσος έμαθε από τον πατέρα του τον τρόπο καλλιέργειας του σταφυλιού και την τέχνη της παρασκευής του κρασιού. Δε θέλησε να κρατήσει για τον εαυτό του αυτό το χάρισμα και άρχισε να πηγαίνει από πόλη σε πόλη και να το διδάσκει στους ανθρώπους. Σε ένα από τα ταξίδια του έφτασε στην Αττική. Εκεί φιλοξενήθηκε στο σπίτι του βασιλιά Ικάριου στο δήμο της Ικαρίας (σημ. Διόνυσος). Ο Διόνυσος δίδαξε την καλλιέργεια του αμπελιού στον Ικάριο και εκείνος με τη σειρά του άρχισε να γυρίζει από χωριό σε χωριό και να μοιράζει κρασί στους χωρικούς. Εκείνοι, νιώθοντας ευφορία και έκσταση από την κατανάλωση του κρασιού, νόμιζαν ότι ο Ικάριος τους είχε δηλητηριάσει. Έτσι τον σκότωσαν και τον έθαψαν κάτω από ένα δέντρο. Η κόρη του Ηριγόνη ανησύχησε για τον πατέρα της και τον έψαξε παντού, φωνάζοντας και θρηνώντας. Τελικά τον βρήκε νεκρό με τη βοήθεια του σκύλου της και κρεμάστηκε από το δέντρο, στις ρίζες του οποίου ήταν θαμμένος ο πατέρας της.

Επικλήσεις και παρωνύμια

Αιγοβόλος και Μελάναιγις
- Η γίδα και ο τράγος αποτελούσαν λατρευτικές μορφές του θεού Διονύσου και ήταν τα θύματα στις τελετές σπαραγμού και ωμοφαγίας των μαιναδικών θιάσων. Στην Ερμιόνη υπήρχε ναός και άγαλμα του Διονύσου Μελαναίγιδος (πλησίον δὲ αὐτοῦ Διονύσου ναὸς Μελαναίγιδος: τούτῳ μουσικῆς ἀγῶνα κατὰ ἔτος ἕκαστον ἄγουσι, καὶ ἁμίλλης κολύμβου καὶ πλοίων τιθέασιν ἆθλα:), προς τιμή του οποίου τελούσαν κάθε χρόνο αγώνες ναυσιπλοΐας, κολύμβησης και μουσικής (Κορινθιακά II 35.1). Στις Ποτνιές της Θήβας είδε ο Παυσανίας ναό του Διονύσου Αιγοβόλου (Βοιωτικά IX 8.2). Οι πιστοί του θεού παρεκτράπηκαν λόγω μέθης σε μια θυσία και θανάτωσαν τον ιερέα του Διονύσου. Μετά το φόνο απλώθηκε επιδημία στην πόλη και για να απαλλαγούν από αυτή, έπρεπε με προτροπή του μαντείου των Δελφών να θυσιάζουν κάθε χρόνο ένα παιδί στο θεό. Το παιδί αντικαταστάθηκε στο πέρασμα των χρόνων με ένα κατσίκι (καί σφισιν ἀφίκετο ἴαμα ἐκ Δελφῶν τῷ Διονύσῳ θύειν παῖδα ὡραῖον: ἔτεσι δὲ οὐ πολλοῖς ὕστερον τὸν θεόν φασιν αἶγα ἱερεῖον ὑπαλλάξαι σφίσιν ἀντὶ τοῦ παιδός.).
Άνθιος, Ακρατοφόρος και Δασύλλιος
- Ο θεός της άγριας βλάστησης. Στη Φλύα της Αττικής (σημ. Χαλάνδρι) και στον Μυρρινούντα υπήρχε μεταξύ άλλων και βωμός του Διονύσου Άνθιου (Αττικά I 31.4) . Στη Φιγαλεία της Αρκαδίας λάτρευαν το Διόνυσο ως Ακρατοφόρο (Αρκαδικά VIII 39.6). Το κάτω μερος του αγάλματος του ήταν καλυμμένο με κισσούς και δάφνες, ενώ το υπόλοιπο ήταν βαμμένο με έντονο κόκκινο χρώμα για να φαίνεται γυαλιστερό (ἐπίκλησις μέν ἐστιν αὐτῷ παρὰ τῶν ἐπιχωρίων Ἀκρατοφόρος, τὰ κάτω δὲ οὐκ ἔστι σύνοπτα τοῦ ἀγάλματος ὑπὸ δάφνης τε φύλλων καὶ κισσῶν. ὁπόσον δὲ αὐτοῦ καθορᾶν ἔστιν, ἐπαλήλιπται Κιννάβαρι ἐκλάμπειν:). Στο ναό του θεού στα Μέγαρα υπήρχε άγαλμα του Διονύσου Δασυλλίου (I 43.5). Άλλα επίθετα που τον σχετίζουν με τη βλάστηση είναι το Μελανθίδης, Μειλίχιος και Συκίτης.
Αισυμνήτης
- Προσωνύμιο του Διονύσου στην Πάτρα. Η λέξη Αισυμνήτης σήμαινε σύμφωνα με το λεξικό Liddell Scott τον αιρετό άρχοντα ή κυβερνήτη ή ρυθμιστή. Το άγαλμα του θεού Διονύσου που ήταν μέσα στη λάρνακα που έφερε μαζί του ο Ευρύπυλος από την Τροία είχε το προσωνύμιο Αισυμνήτης (ο θεός-Ηγεμόνας, ο άρχοντας) (τῷ θεῷ δὲ τῷ ἐντὸς τῆς λάρνακος ἐπίκλησις μέν ἐστιν Αἰσυμνήτης,). Στη γιορτή του θεού ο ιερέας έβγαζε τη λάρνακα έξω από το ναό στη διάρκεια της νύχτας για να καθαγιαστεί, ενώ μια πομπή από παιδιά πήγαινε στον ποταμό Μείλιχο για να τιμήσει την Τρικλαρία Άρτεμη (Αχαΐκά VII 19-20.1). Κοντά στο θέατρο υπήρχε ένα τέμενος με τρία αγάλματα του θεού Διονύσου που έφεραν τις ονομασίες Μεσατεύς, Ανθεύς και Αροεύς (τοῦ θεάτρου δὲ ἐγγὺς πεποίηται Πατρεῦσι γυναικὸς ἐπιχωρίας τέμενος. Διονύσου δέ ἐστιν ἐνταῦθα ἀγάλματα, ἴσοι τε τοῖς ἀρχαίοις πολίσμασι καὶ ὁμώνυμοι: Μεσατεὺς γὰρ καὶ Ἀνθεύς τε καὶ Ἀροεύς ἐστιν αὐτοῖς τὰ ὀνόματα.). Η Μεσάτη, η Άνθεια και η Αρόη ήταν οικισμοί στην Αχαΐα που ενώθηκαν πολιτικά σε ενιαίο συνοικισμό με την ονομασία Πάτρα. Στη γιορτή του Διονύσου έφερναν αυτά τα αγάλματα στο ιερό του Αισυμνήτη, που βρισκόταν στα δεξιά του δρόμου που οδηγούσε από την αγορά της πόλης στην παραλία (VII 21.9).
Βουγενής
- Ο ταυρόμορφος Διόνυσος.
Δενδρίτης
- Ο θεός του δέντρου.
Ελευθερεύς
- Κοντά στο θέατρο του Διονύσου βρισκόταν το ιερό του θεού στο οποίο λατρευόταν ως Ελευθερεύς (Αττικά I 20.3). Μέσα στο ιερό υπήρχαν δύο αγάλματα του θεού. Το ένα ήταν του Ελευθερέα και το άλλο του γλύπτη Αλκαμένη φτιαγμένο από ελεφαντόδοτο και χρυσάφι (τοῦ Διονύσου δέ ἐστι πρὸς τῷ θεάτρῳ τὸ ἀρχαιότατον ἱερόν· δύο δέ εἰσιν ἐντὸς τοῦ περιβόλου ναοὶ καὶ Διόνυσοι, ὅ τε Ἐλευθερεὺς καὶ ὃν Ἀλκαμένης ἐποίησεν ἐλέφαντος καὶ χρυσοῦ.). Ναός του Διονύσου Ελευθερέα υπήρχε και στην Ακαδήμεια (I 29.2). Σε αυτόν κατέληγε η πομπή που μετέφερε το ξόανο του θεού στη γιορτή των Μεγάλων Διονυσίων (καὶ ναὸς οὐ μέγας ἐστίν, ἐς ὃν τοῦ Διονύσου τοῦ Ἐλευθερέως τὸ ἄγαλμα ἀνὰ πᾶν ἔτος κομίζουσιν ἐν τεταγμέναις ἡμέραις.).
Κισσός
- Ο κισσός ήταν ένα από τα σύμβολα των διονυσιακών θιάσων. Οι Μαινάδες έτρωγαν τον κισσό, επειδή τον θεωρούσαν ενσάρκωση του θεού Διονύσου και ο κισσός ήταν τυλιγμένος γύρω από τον Διόνυσο Κάδμο στη Θήβα. Στο δήμο Αχαρνών λάτρευαν τον Διόνυσο Κισσό και έλεγαν ότι το φυτό κισσός άνθησε για πρώτη φορά εκεί (Αττικά I 31.6).
Κρήσιος
- Ονομάστηκε έτσι λόγω της σχέσης του με την Αριάδνη από την Κρήτη. Στο Άργος υπήρχε ναός του Διονύσου Κρησίου (Κορινθιακά II 23.7-8) και μέσα του ο τάφος της Αριάδνης. Σύμφωνα με το μύθο, ο Διόνυσος επέστρεψε στο Άργος μετά τον πόλεμο εναντίον του Περσέως για να συμφιλιωθεί μαζί του και οι Αργείοι τίμησαν αυτή την πράξη με την ανέγερση ενός ναού (Περσεῖ γὰρ πολεμήσαντα αὐτὸν καὶ αὖθις ἐλθόντα ἐς λύσιν τοῦ ἔχθους τά τε ἄλλα τιμηθῆναι μεγάλως λέγουσιν ὑπὸ Ἀργείων καὶ τέμενός οἱ δοθῆναι τοῦτο ἐξαίρετον:).
Λικνίτης
- Ο βρεφικός Διόνυσος.
Λύσιος
- Ο θεός της κάθαρσης. Στην αγορά της αρχαίας Κορίνθου υπήρχαν δυο επιχρυσωμένα ξόανα του θεού Διονύσου, του επονομαζόμενου Λύσιου και Βάκχειου (Κορινθιακά II 2.6). Σύμφωνα με το μύθο (II 2.7), ο Πενθέας ασέβησε προς το θεό Διόνυσο και ανέβηκε στον Κιθαιρώνα για να παρακολουθήσει κρυφά από ένα δέντρο τα μαιναδικά όργια. Οι Μαινάδες όμως τον αντιλήφθηκαν και τον κομμάτιασαν ζωντανό. Από αυτό το δέντρο, σύμφωνα με τους Κορίνθιους, είναι κατασκευασμένα τα δυο ξόανα του θεού (ὕστερον δέ, ὡς Κορίνθιοι λέγουσιν, ἡ Πυθία χρᾷ σφισιν ἀνευρόντας τὸ δένδρον ἐκεῖνο ἴσα τῷ θεῷ σέβειν: καὶ ἀπ' αὐτοῦ διὰ τόδε τὰς εἰκόνας πεποίηνται ταύτας.). Στην αρχαία Σικυώνα υπήρχε ναός του Διονύσου και χρυσελεφάντινο άγαλμα του Λύσιου, το οποίο είχε μεταφέρει εκεί ο Φάνης από τη Θήβα με εντολή της Πυθίας (II 7.5-6). Ναός του Διονύσου Λύσιου υπήρχε στη Θήβα κοντά στις Προιτίδες πύλες (Βοιωτικά IX 16.6). Εκεί λάμβαναν χώρα τελετές προς τιμή του θεού. Ο Παυσανίας διηγείται την απελευθέρωση Θηβαίων αιχμαλώτων που είχαν συλληφθεί από Θράκες με τη βοήθεια του Διονύσου.
Μελπόμενος
- Ο προστάτης της μουσικής. Στο δρόμο από το Δίπυλο έως τον Κεραμεικό υπήρχε την εποχή του Παυσανία ιερό του Διονύσου Μελπόμενου στο χώρο της δημευμένης οικίας του Πουλυτίωνα (Αττικά I 2.5). Ο θεός λατρευόταν ως προστάτης της μουσικής και του θεάτρου, όπως ακριβώς και ο Απόλλωνας (ἐπ᾽ ἐμοῦ δὲ ἀνεῖτο Διονύσῳ. Διόνυσον δὲ τοῦτον καλοῦσι Μελπόμενον ἐπὶ λόγῳ τοιῷδε ἐφ᾽ ὁποίῳ περ Ἀπόλλωνα Μουσηγέτην).
Νυκτέλιος
- Ο Διόνυσος Νυκτέλιος λατρευόταν στα Μέγαρα (Αττικά I 40.6). Στην ακρόπολη της Καρίας στην αρχαία πόλη των Μεγάρων υπήρχε ναός του θεού στον οποίο τελούσαν τη γιορτή των Νυκτελίων. Η γιορτή γινόταν νύχτα από τους κατοίκους της πόλης και έμοιαζε σε ανάλογες γιορτές που λάμβαναν χώρα στον Παρνασσό από της Θυιάδες.

Διόνυσος και Αριάδνη

Η Αριάδνη ήταν κόρη του βασιλιά Μίνωα και της Πασιφάης. Βοήθησε το Θησέα να σκοτώσει το Μινώταυρο και να βγει ζωντανός από το λαβύρινθο. Ο Θησέας την πήρε μαζί του, κατά την επιστροφή του στην Αθήνα. Σταμάτησε όμως με τους συντρόφους του στη Νάξο για να ξεκουραστούν από το πολύωρο ταξίδι. Εκεί αποκοιμήθηκε και είδε στο όνειρο του το θεό Διόνυσο, να τον προστάζει να αφήσει την Αριάδνη στη Νάξο και να γυρίσει αμέσως στην Αθήνα. Ο Θησέας εκτέλεσε την εντολή του θεού. Έτσι η Αριάδνη έμεινε στη Νάξο, όπου τη βρήκε ο Διόνυσος και την έκανε γυναίκα του (χρυσοκόμης δὲ Διώνυσος ξανθὴν Ἀριάδνην, / κούρην Μίνωος, θαλερὴν ποιήσατ᾽ ἄκοιτιν.) (Θεογονία στίχοι 947-948). Σε μια άλλη εκδοχή του μύθου, όπως την αφηγείται ο Όμηρος στην Οδύσσεια (λ 322-325), ο Διόνυσος αγαπούσε την Αριάδνη πριν αυτή γνωρίσει και συνδεθεί με τον Θησέα. Για την απιστία της θανατώθηκε από την Άρτεμη (πάρος δέ μιν Ἄρτεμις ἔκτα / Δίῃ ἐν ἀμφιρύτῃ Διονύσου μαρτυρίῃσι.). Μέσα στο ναό του Διονύσου Ελευθερέα στην Αθήνα υπήρχε μεταξύ άλλων πινάκων ζωγραφικής και ένας που αναπαριστούσε την Αριάδνη να κοιμάται, τον Θησέα να αποπλέει και το θεό Διόνυσο να έρχεται να την πάρει (Αττικά I 20.3). Απαριθμώντας τα έργα του Δαιδάλου, ο Παυσανίας μνημονεύει τον Όμηρο και μας πληροφορεί ότι υπήρχε στην Κνωσό της Κρήτης ανάγλυφη παράσταση σε λευκό μάρμαρο με το χορό της Αριάδνης (Βοιωτικά IX 40.3). Ο Όμηρος στη ραψωδία Σ της Ιλιάδας, περιγράφοντας την κατασκευή της πανοπλίας του Αχιλλέα από τον Ήφαιστο, αναφέρει το έργο του Δαίδαλου στην Κνωσό (Ἐν δὲ χορὸν ποίκιλλε περικλυτὸς ἀμφιγυήεις, / τῷ ἴκελον οἷόν ποτ’ ἐνὶ Κνωσῷ εὐρείῃ / Δαίδαλος ἤσκησεν καλλιπλοκάμῳ Ἀριάδνῃ.) (Σ 590-592).

Διόνυσος και Αριάδνη
θεός Διόνυσος

Γιορτές προς τιμή του θεού

1. Μικρά και Μεγάλα Διονύσια

Τα Διονύσια ήταν από τις μεγαλύτερες γιορτές στην αρχαία Ελλάδα προς τιμή του θεού Διονύσου. Διακρίνονταν στα Μικρά ή «κατ' αγρούς» Διονύσια και στα Μεγάλα ή «εν άστει» Διονύσια. Τα Μικρά Διονύσια ήταν η αρχαιότερη διονυσιακή γιορτή και τελούνταν το μήνα Ποσειδεώνα (μέσα Δεκεμβρίου έως μέσα Ιανουαρίου). Σε αυτά γίνονταν συμπόσια με μουσική και χορό στα οποία συμμετείχαν όλοι, δραματικοί αγώνες ποίησης και πομπή προς το ναό του θεού. Στην πομπή τραγουδούσαν διθυράμβους προς τιμή του Διονύσου και φαλλικά άσματα από τα οποία γεννήθηκε στο πέρασμα των χρόνων η κωμωδία.

Τα Μεγάλα Διονύσια ήταν η λαμπρότερη από όλες τις διονυσιακές γιορτές αφιερωμένη στον Διόνυσο Ελευθερέα. Θεσμοθετήθηκαν στα τέλη του 6ου αιώνα π.Χ. από τον τύραννο Πεισίστρατο και τελούνταν μετά τα Ανθεστήρια το μήνα Ελαφηβολιώνα (μέσα Μαρτίου έως μέσα Απριλίου). Ο Διόνυσος δεν λατρευόταν ως ο θεός του κρασιού και της άμπελου, αλλά ο θεός που είχε έρθει από τις Ελευθερές, έναν οικισμό στη νότια πλαγιά του Κιθαιρώνα στα σύνορα Βοιωτίας και Αττικής (ἐνταῦθα καὶ Πήγασός ἐστιν Ἐλευθερεύς, ὃς Ἀθηναίοις τὸν θεὸν ἐσήγαγε· συνεπελάβετο δέ οἱ τὸ ἐν Δελφοῖς μαντεῖον ἀναμνῆσαν τὴν ἐπὶ Ἰκαρίου ποτὲ ἐπιδημίαν τοῦ θεοῦ.). Η λατρεία του Διονύσου Ελευθερέως εισήχθη στην Αθήνα από τον ιερέα του θεού Πήγασο με την προτροπή του μαντείου των Δελφών (Αττικά I 2.5) Την πρώτη ημέρα της γιορτής το ξόανο του θεού μεταφερόταν με λαμπρή πομπή ανάλογη με αυτή των Παναθηναίων από το ναό του Διονύσου Ελευθερέως κάτω από την Ακρόπολη σε ένα μικρό ναό κοντά στην Ακαδήμεια (καὶ ναὸς οὐ μέγας ἐστίν, ἐς ὃν τοῦ Διονύσου τοῦ Ἐλευθερέως τὸ ἄγαλμα ἀνὰ πᾶν ἔτος κομίζουσιν ἐν τεταγμέναις ἡμέραις.). Κύριο στοιχείο της πομπής ήταν η φαλληφορία, δηλαδή η μεταφορά ομοιωμάτων φαλλών από δέρμα ή ξύλο και τα φαλλικά άσματα. Τη νύχτα η πομπή μετέφερε το ξόανο πίσω στο ναό, όπου γίνονταν θυσίες με ύμνους και προσευχές στο βωμό του θεού (Αττικά I 29.2).

2. Ανθεστήρια

Τα Ανθεστήρια ήταν μεγάλη ετήσια γιορτή τελούμενη στην Αττική και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας το μήνα Ανθεστηριώνα (μέσα Φεβρουαρίου έως μέσα Μαρτίου). Διαρκούσε τρεις μέρες, κατά τις οποίες οι Αθηναίοι δοκίμαζαν το κρασί της νέας χρονιάς μέσα σε μια ενθουσιώδη ατμόσφαιρα. Οι τρεις μέρες αποκαλούνταν Πιθοίγια, Χόες και Χύτροι αντίστοιχα. Ο πανηγυρικός όμως χαρακτήρας της γιορτής έκρυβε μια ζοφερή και μελαγχολική εικόνα. Τα Ανθεστήρια ήταν μια γιορτή των ψυχών.

Στην Πιθοίγια ανοίγονταν για πρώτη φορά τα δοχεία του κρασιού της νέας σοδιάς. Ο κόσμος μαζευόταν στο Λιμναίο ιερό του Διονύσου νότια της Ακρόπολης (ίσως κοντά στον Ιλισό ποταμό). Ένα μέρος από το καινούργιο κρασί προσφερόταν ως σπονδή στον Διόνυσο ώστε η χρήση του να ήταν στη συνέχεια ευεργετική και αβλαβής. Στις Χόες γινόταν η κατανάλωση του καινούργιου κρασιού στο συμπόσιο. Καθένας έπαιρνε μια κούπα και λάμβανε μέρος σε ένα αγώνα οινοποσίας. Όποιος τελείωνε πρώτος στεφάνωνε την κούπα του με μια γιρλάντα και την πήγαινε στην ιέρεια του θεού στο ιερό. Παρά το γλέντι και την εορταστική ατμόσφαιρα, η μέρα των Χοών ήταν μιαρή. Πίστευαν ότι οι ψυχές των νεκρών ανέβαιναν από τον Άδη για να πάρουν τις προσφορές που τους αφιέρωναν. Η κεντρική τελετουργία την τρίτη ημέρα των Χύτρων ήταν το βράσιμο μιας πανσπερμίας από κάθε είδους σπόρους σε μεγάλα πήλινα αγγεία. Αλλά από τη χύτρα δε δοκίμαζε κανένας, διότι η πανσπερμία ήταν αφιερωμένη στο Διόνυσο και στο χθόνιο Ερμή. Την ημέρα αυτή οι Αθηναίοι συνήθιζαν να αλείφουν με πίσσα στις πόρτες των σπιτιών και να τα εξαγνίζουν με θυμιατά. Στο τέλος της ημέρας φώναζαν στα πνεύματα να φύγουν, επειδή η γιορτή τελείωσε (Θύραζε Κήρες, ουκ, έτ’ Ανθεστήρια).

Την ημέρα των Χοών λάμβανε χώρα και η ιδιαίτερη τελετή του Ιερού Γάμου. Στην τελετή αυτή ο «άρχοντας-βασιλιάς» υποδύοταν το θεό Διόνυσο και έμπαινε στην πόλη πάνω σε τροχοφόρο άρμα με σχήμα καραβιού. Προορισμός του ήταν το Λιμναίο ιερό του Διονύσου, όπου συναντούσε τη «βασίλισσα». Η «βασίλισσα» συνοδευόταν από τις δεκατέσσερις γυναίκες του μαιναδικού θιάσου της Αττικής (Γεραρές), τις οποίες είχε επιλέξει ο ίδιος ο «άρχοντας-βασιλιάς». Οι Γεραρές τελούσαν κάποιες απόρρητες ιερουργίες πάνω στους δεκατέσσερις βωμούς του θεού Διονύσου. Έπειτα από το Λιμναίο ιερό το ζευγάρι κατευθυνόταν σε ένα οίκημα δίπλα στο Πρυτανείο στους πρόποδες της Ακρόπολης για την τέλεση του Ιερού Γάμου.

3. Λήναια

Τα Λήναια τελούνταν το μήνα Γαμηλιώνα (μέσα Ιανουαρίου έως μέσα Φεβρουαρίου). Ο Διόνυσος λατρευόταν ως θεός της βλάστησης, ως Ληναίος, ένα επίθετο που πήρε από τη λέξη ληναί ή λήναι που σήμαινε τις Μαινάδες ή Βάκχες, σύμφωνα με το λεξικό του Ησύχιου. Οι Μαινάδες χόρευαν εκστασιασμένες το βακχικό χορό στο περίβολο του ναού του. Μια πομπή μέσα στην πόλη, στην οποία ο λαός ύστερα από το κάλεσμα του δαδούχου επικαλούνταν το θεό (Σεμελήιε Ιάκχε πλουτοδότα) και τραγουδούσε διθυράμβους προς τιμή του, κατέληγε στο ιερό του Ληναίου Διονύσου. Στα πλαίσια της γιορτής διεξάγονταν κατά τον 5ο αιώνα π.Χ. στην Αθήνα αγώνες κωμωδίας και τραγωδίας στο θέατρο του Διονύσου στις παρυφές της Ακρόπολης.

Ορφικός ύμνος προς το Διόνυσο

Διονύσου θυμίαμα, στύρακα

Κικλήσκω Διόνυσον ἐρίβρομον, εὐαστῆρα,
πρωτόγονον, διφυῆ, τρίγονον, Βακχεῖον ἄνακτα,
ἄγριον, ἄρρητον, κρύφιον, δικέρωτα, δίμορφον,
κισσόβρυον, ταυρωπόν, Ἀρήιον, εὔιον, ἁγνόν,
ὠμάδιον, τριετῆ, βοτρυηφόρον, ἐρνεσίπεπλον.
Εὐβουλεῦ, πολύβουλε, Διὸς καὶ Περσεφονείης
ἀρρήτοις λέκτροισι τεκνωѳείς, ἄμβροτε δαῖμον·
κλῦѳι, μάκαρ, φωνῆς, ἡδὺς δ' ἐπίπνευσον ἀμεμ[φ]ής
εὐμενὲς ἦτορ ἔχων, σὺν ἐυζώνοισι τιѳήναις.

Μετάφραση

Τον Διόνυσο προσκαλώ, τον θορυβώδη και ενθουσιώδη,
τον πρωτογενή, που έχει δύο φύσεις, και γεννήθηκε τρεις φορές,
τον Βακχικό βασιλέα,
τον ζώντα στους αγρούς, τον ανέκφραστον τον απόκρυφον,
που έχει δύο κέρατα και δυο μορφές
τον γεμάτο από κισσό, που έχει πρόσωπο ταύρου,
τον πολεμικό τον βακχικό, τον αγνό
που τρώει ωμά κρέατα, τον τριετή, που τρέφει τα σταφύλια
και έχει για πέπλο βλαστάρια.
Ω Ευβουλέα, πολυμήχανε, πού γεννήθηκες στα κρεβάτια του Διός και της Περσεφόνης αθάνατε δαίμονα
άκουσε, μακάριε, τη φωνή μου και σπεύσε με γλυκύτητα και με προσήνεια,
έχων ευμενή διάθεση μαζί με τις συντρόφους σου.