Raffaello,_concilio_degli_dei_02

ΠΑΝΑΣ. Ο ΘΕΟΣ ΤΩΝ ΒΟΥΝΩΝ ΚΑΙ ΔΑΣΩΝ

Θεότητα της άγριας φύσης, των βουνών, δασών και της γονιμότητας. Ήταν τραγοπόδαρος θεός, δηλαδή τα κάτω άκρα του ήταν πόδια τράγου και τα αυτιά του κέρατα κατσίκας. Ήταν επίσης θεός των βοσκών και προστάτης των κτηνοτρόφων και των γεωργών. Έγινε ακόλουθος του θεού Διονύσου και η λατρεία του επεκτάθηκε σε όλο τον ελλαδικό χώρο.

Η γέννηση του Πάνα

Σύμφωνα με το μύθο, ο Πάνας γεννήθηκε στο όρος Κυλλήνη της Αρκαδίας. Πατέρας του ήταν ο Ερμής και μητέρα του η Δρυόπη. Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, ήταν γιος του Ερμή και της Καλλιστούς, συνοδού της θεάς Άρτεμης. Γεννήθηκε με πόδια και κέρατα τράγου και είχε μακριά γένια. Η μητέρα του τρόμαξε από την όψη του και τον παράτησε. Ο πατέρας του μάζεψε το βρέφος και το έφερε στον Όλυμπο για να το δείξει στους υπόλοιπους θεούς. Όμως ο Πάνας δεν έμεινε εκεί. Έφυγε και έζησε μαζί με τις Νύμφες στα δάση της Αρκαδίας.

Η λατρεία του Πάνα

Η λατρεία του Πάνα ήταν σημαντική στην αρχαία Αθήνα. Πολλά σπήλαια και λόφοι πήραν το όνομα του. Στη βορειοδυτική πλευρά της Ακρόπολης υπήρχε το σπήλαιο του Πανός. Ο Πάνας βοήθησε τους Έλληνες στη μάχη του Μαραθώνα με δυνατές και τρομακτικές κραυγές, που ανάγκασαν τους Πέρσες να υποχωρήσουν. Επίσης σπήλαια προς τιμή του Πάνα υπήρχαν στην Πάρνηθα, στο Μαραθώνα και τη Βάρη (Παυσανίας, Αττικά 28.4 και 32.7).

[28.4] καταβᾶσι δὲ οὐκ ἐς τὴν κάτω πόλιν ἀλλ᾽ ὅσον ὑπὸ τὰ προπύλαια πηγή τε ὕδατός ἐστι καὶ πλησίον Ἀπόλλωνος ἱερὸν ἐν σπηλαίῳ· Κρεούσῃ δὲ θυγατρὶ Ἐρεχθέως Ἀπόλλωνα ἐνταῦθα συγγενέσθαι νομίζουσι. * * * ὡς πεμφθείη Φιλιππίδης ἐς Λακεδαίμονα ἄγγελος ἀποβεβηκότων Μήδων ἐς τὴν γῆν, ἐπανήκων δὲ Λακεδαιμονίους ὑπερβαλέσθαι φαίη τὴν ἔξοδον, εἶναι γὰρ δὴ νόμον αὐτοῖς μὴ πρότερον μαχουμένους ἐξιέναι πρὶν ἢ πλήρη τὸν κύκλον τῆς σελήνης γενέσθαι· τὸν δὲ Πᾶνα ὁ Φιλιππίδης ἔλεγε περὶ τὸ ὄρος ἐντυχόντα οἱ τὸ Παρθένιον φάναι τε ὡς εὔνους Ἀθηναίοις εἴη καὶ ὅτι ἐς Μαραθῶνα ἥξει συμμαχήσων. οὗτος μὲν οὖν ὁ θεὸς ἐπὶ ταύτῃ τῇ ἀγγελίᾳ τετίμηται·
[32.7] ἔστι δὲ ἐν τῷ Μαραθῶνι λίμνη τὰ πολλὰ ἑλώδης· ἐς ταύτην ἀπειρίᾳ τῶν ὁδῶν φεύγοντες ἐσπίπτουσιν οἱ βάρβαροι, καί σφισι τὸν φόνον τὸν πολὺν ἐπὶ τούτῳ συμβῆναι λέγουσιν· ὑπὲρ δὲ τὴν λίμνην φάτναι εἰσὶ λίθου τῶν ἵππων τῶν Ἀρταφέρνους καὶ σημεῖα ἐν πέτραις σκηνῆς. ῥεῖ δὲ καὶ ποταμὸς ἐκ τῆς λίμνης, τὰ μὲν πρὸς αὐτῇ τῇ λίμνῃ βοσκήμασιν ὕδωρ ἐπιτήδειον παρεχόμενος, κατὰ δὲ τὴν ἐκβολὴν τὴν ἐς τὸ πέλαγος ἁλμυρὸς ἤδη γίνεται καὶ ἰχθύων τῶν θαλασσίων πλήρης. ὀλίγον δὲ ἀπωτέρω τοῦ πεδίου Πανός ἐστιν ὄρος καὶ σπήλαιον θέας ἄξιον· ἔσοδος μὲν ἐς αὐτὸ στενή, παρελθοῦσι δέ εἰσιν οἶκοι καὶ λουτρὰ καὶ καλούμενον Πανὸς αἰπόλιον, πέτραι τὰ πολλὰ αἰξὶν εἰκασμέναι.

Πάνας και Σύριγγα

Ο Πάνας αγάπησε μια Νύμφη, τη Σύριγγα. Αυτή τρόμαξε όταν τον είδε για πρώτη φορά και άρχισε να τρέχει. Ο Πάνας προσπάθησε να τη φτάσει και αυτή, προκειμένου να σωθεί, μεταμορφώθηκε σε καλάμι. Ο Πάνας δεν κατάφερε να τη ξεχωρίσει. Έτσι έκοψε μια καλαμιά και έφτιαξε τον αυλό του. Σε ανάμνηση της αγαπημένης του Νύμφης, ονόμασε τον αυλό σύριγγα.

Πάνας θεός Πάνας

Ορφικός ύμνος προς το θεό Πάνα

Πᾶνα καλῶ κρατερόν, νόμιον, κόσμοιο τὸ σύμπαν,
οὐρανὸν ἠδὲ ѳάλασσαν ἰδὲ χѳόνα παμβασίλειαν
καὶ πῦρ ἀѳάνατον· τάδε γὰρ μέλη ἐστὶ τὰ Πανός.
ἐλѳέ, μάκαρ, σκιρτητά, περίδρομε, σύνѳρονε Ὥραις,
αἰγομελές, βακχευτά, φιλένѳεε, ἀστροδίαιτε,
ἁρμονίαν κόσμοιο κρέκων φιλοπαίγμονι μολπῆι,
φαντασιῶν ἐπαρωγέ, φόβων ἔκπαγλε βροτείων,
αἰγονόμοις χαίρων ἀνὰ πίδακας ἠδέ τε βούταις,
εὔσκοπε, ѳηρητήρ, Ἠχοῦς φίλε, σύγχορε νυμφῶν,
παντοφυής, γενέτωρ πάντων, πολυώνυμε δαῖμον,
κοσμοκράτωρ, αὐξητά, φαεσφόρε, κάρπιμε Παιάν,
ἀντροχαρές, βαρύμηνις, ἀληѳὴς Ζεὺς ὁ κεράστης.
σοὶ γὰρ ἀπειρέσιον γαίης πέδον ἐστήρικται,
εἴκει δ' ἀκαμάτου πόντου τὸ βαѳύρροον ὕδωρ
Ὠκεανός τε πέριξ ἐν ὕδασι γαῖαν ἑλίσσων,
ἀέριόν τε μέρισμα τροφῆς, ζωοῖσιν ἔναυσμα,
καὶ κορυφῆς ἐφύπερѳεν ἐλαφροτάτου πυρὸς ὄμμα.
βαίνει γὰρ τάδε ѳεῖα πολύκριτα σαῖσιν ἐφετμαῖς·
ἀλλάσσεις δὲ φύσεις πάντων ταῖς σαῖσι προνοίαις
βόσκων ἀνѳρώπων γενεὴν κατ' ἀπείρονα κόσμον.
ἀλλά, μάκαρ, βακχευτά, φιλένѳεε, βαῖν' ἐπὶ λοιβαῖς
εὐιέροις, ἀγαѳὴν δ' ὄπασον βιότοιο τελευτὴν
Πανικὸν ἐκπέμπων οἶστρον ἐπὶ τέρματα γαίης

Τον Πάνα προσκαλώ τον ισχυρό, τον ποιμενικό το σύμπαν του κόσμου
τον ουρανό και τη θάλασσα και την γη πού είναι βασίλισσα των πάντων
και αθάνατον πυρ, διότι αυτή είναι τα μέλη του Πάνα.
Έλα εσύ πού είσαι μακάριος, πηδηχτής, πού κάθεσαι στον ίδιο θρόνο με τις Ώρες
εσύ πού τα μέλη σου μοιάζουν με της γίδας, ό μανιακός, που εύκολα ενθουσιάζεσαι
εσύ υφαίνεις την άρμονία του κόσμου με παιχνιδιάρικο τραγούδι,
είσαι ό βοηθός των φαντασμάτων και ό δημιουργός μεγάλων φόβων στους ανθρώπους·
χαίρεσαι να είσαι στις πηγές με γιδοβοσκούς και βοίδοβοσκούς,
είσαι κυνηγός, φίλος της Ηχούς, και χορεύεις μαζί με τις νύμφες
παράγεις τα πάντα, είσαι πατέρας των πάντων, εσύ ό θεός με τα πολλά ονόματα
είσαι κυρίαρχος του κόσμου, συντελείς στην αύξηση, φέρεις το φως, είσαι ό καρποφόρος Παιάν
χαίρεσαι στα σπήλαια, υπερβολικά θυμώνεις, και είσαι αληθινός Ζευς με τα κέρατα
διότι εις εσένα στηρίζεται το απέραντο δάπεδο της γης
και υποχωρεί το βαθύ ρεύμα του ακαταπόνητου πόντου.
και ο Ωκεανός ελίσσεται γύρω από τη γη μέσα στα νερά·
και το εναέριο μερίδιο της τροφής, πού είναι σπινθήρας ζωής στα ζωντανά
και το μάτι του ελαφρότατου πυρός επάνω από την κορυφή
διότι αυτά τα θεϊκά, πού είναι πολυποίκιλα, κινούνται δια των δικών σου εντολών
συ μεταβάλεις τη φυσική κατάσταση όλων τον πραγμάτων κατά τις δικές σου προβλέψεις
και τρέφεις το γένος των ανθρώπων στον απέραντο κόσμο.
Άλλα βάδιζε στις ιερές σπονδές συ ό μακάριος, πού είσαι γεμάτος από βακχική μανία.
Ο ενθουσιώδης, και δώσε να έχουμε καλό τέλος του βίου
και δίωξε τη μανία του πανικού στα πέρατα της γης